άρρηκτος

άρρηκτος
-η, -ο (AM ἄρρηκτος, -ον)
ο σταθερός, ο στερεός
αρχ.
1. ο άθραυστος, ο ακατάλυτος, ο σκληρός
2. ο πυκνός, ο αδιάσπαστος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + ρηκτός < ρήγνυμι (πρβλ. αλίρρηκτος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἄρρηκτος — unbroken masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρηκτότερον — ἄρρηκτος unbroken adverbial comp ἄρρηκτος unbroken masc acc comp sg ἄρρηκτος unbroken neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρήκτω — ἄρρηκτος unbroken masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄρρηκτος unbroken masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρήκτως — ἄρρηκτος unbroken adverbial ἄρρηκτος unbroken masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρρηκτον — ἄρρηκτος unbroken masc/fem acc sg ἄρρηκτος unbroken neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρηκτοτέρῳ — ἄρρηκτος unbroken masc/neut dat comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρήκτοιο — ἄρρηκτος unbroken masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρήκτοις — ἄρρηκτος unbroken masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρήκτοισι — ἄρρηκτος unbroken masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρήκτοισιν — ἄρρηκτος unbroken masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”